Το τρόλεϊ

των 8 και 40 είναι ένα τσίρκο πάνω σε ρόδες. Αλκοολικοί σκύλοι το ξεπροβοδίζουν, όσοι από καιρό έχουν χάσει τη μελωδία στο γάβγισμα. Μόνιμος και ύποπτος θαμώνας του ο Ζορζ ο απάτσι, πηγαινοφέρνει στην Ευριππίδου μια παπαδίτσα μες στο κλουβί. Άνθρωποι ανάστατοι ανεβοκατεβαίνουν κάθε λίγο, από αυτούς που, στο ρυθμό των κληρώσεων του κίνο, χάνουν κάθε πέντε λεπτά το χαμόγελό τους. Κάποια ερωμένη λουσμένη στα φίλτρα το εποικίζει ενίοτε, ένας καθ’ έξιν αρεστής και επίδοξος εραστής το οικτίρει καθημερινά. Αρκετοί είχαν συνειδητοποιήσει από καιρό αυτό που ερχόταν, αλλά ο κόσμος δεν παύει ποτέ να είναι όμορφος καθώς τελειώνει.

Advertisements

Το κορίτσι

είδε το τεράστιο, γκρίζο κύμα που ετοιμαζόταν να σαρώσει την πόλη και φώναξε «τα λουλούδια, να σώσουμε τα λουλούδια». Δε σκέφτηκε ούτε στιγμή ότι δε θα σώζαμε τους ανθρώπους.

Φυλακή ο πολιτισμός, ζούμε όλοι στην ίδια πόλη. Είναι η πόλη που κάθε πρωί λαμβάνει πρώτη το σήμα κινδύνου του Τιτανικού και κάθε βράδυ κοιμάται ήσυχη επειδή δε χρειάστηκε να κάνει τίποτε γι’ αυτό.
Η μόνη που είχε ένα κλειδί στην τσέπη ήταν η μκρούλα που, μπροστά σ’ ένα στείρο τεστ πολλαπλών επιλογών, έπιασε αποφασιστικά το μολύβι της και απάντησε με τη δική της εκδοχή ενός έναστρου ουρανού. Ήταν ο τρόπος της να καλλιεργήσει το μέλλον, όπως ήταν το μέταλλο του μελωδού που της θύμιζε πόσο απαλά φυσούσε ο άνεμος.

Τη νύχτα που ο γιατρός πλησίασε τον πατέρα της, με κείνα τα μάτια που πληρώνονται για να νοιάζονται, έγιναν όλα ξεκάθαρα. Θυμάται ακόμη τα τεκτονικά ρήγματα στις γωνίες των ματιών του, τον απρόθυμο τρόπο που έβγαλε το χέρι από την τσέπη του για να το δώσει στον πατέρα της, το βλέμμα στο πρόσωπό του κάτω από τον πρησμένο ήλιο.
Ακόμη και η σκιά του έμοιαζε ένοχη.

«Γιατρέ», είπε ο πατέρας, «η τρέλα μας δεν είναι ότι βλέπουμε ανθρώπους που δεν υπάρχουν. Η τρέλα μας είναι ότι αγνοούμε τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας.
Μέχρι βέβαια τη στιγμή που μπαίνουμε στα επείγοντα στις 3 το πρωί σημαδεμένοι, ντροπιασμένοι και πλημμυρισμένοι από έναν πόνο που δεν μπορούμε να ονομάσουμε ή να εξηγήσουμε, επειδή αιμορραγούμε από έξω προς τα μέσα».

Χρόνια αργότερα το κορίτσι συνάντησε το γιατρό στο σούπερ μάρκετ, με φόντο κάτι ωραίες, χωμάτινες πατάτες. Ψηλός, βέβαιος για όλα ο γιατρός άπλωσε το χέρι και τη ρώτησε «τι κάνεις, που βρίσκεσαι τώρα;».
Eκείνη έβγαλε κοφτά το χέρι από την τσέπη, έδειξε το στέρνο της και είπε «εδώ, εδώ βρίσκομαι κι ακούω ένα φτυάρι να σκάβει την καρδιά μου κάθε νύχτα για να ξεθάψει το όνομα της επόμενης μέρας μου».

Μετά γέλασε και το γέλιο της ακούστηκε σαν γυαλί που σπάει και κάνει τους ανθρώπους να μεταμορφώνονται σε ξυπόλητους διαβάτες που περνούν και μικρά, μυστικά θραύσματα βυθίζονται από τα πέλματα ως την ψυχή τους.

«Εγώ μετακόμισα βόρεια, βουνό, καθαρός αέρας, τέλεια» της απάντησε σαν να μην είχε ακούσει τίποτε.

«Υπέροχα τα δάση γιατρέ, αλλά τίποτε δεν είναι πιο ζωντανό από ένα δέντρο που μεγαλώνει μέσα σ’ ένα νεκροταφείο».

Η κατσαρίδα

είδε στο κενό ανάμεσα στα πόδια μου την τελευταία της ευκαιρία. Με το θάρρος του χαρταετού που υψώνεται στον γκρίζο ουρανό, διέσχισε τη δική της αψίδα του θριάμβου. Τελευταία έξοδος: Παρίσι.

Δεν γνώρισε τον κόσμο που της είχαν υποσχεθεί. Έψαξε απεγνωσμένα για εκείνες τις παπαρούνες που, υπό το κατάλληλο φως, κάνουν τους ανθρώπους να κολυμπούν ύπτιο στο ίδιο τους το αίμα. Βρήκε μόνο νάρκες που, υπό τις αχτίδες του ήλιου, μοιάζουν με παιχνίδια στα μάτια των παιδιών.

Είχε μια-δυο καλές αναμνήσεις. Ένα φλογερό ερωτικό γράμμα που διάβασε σε μια χωματερή, ξαπλωμένη πάνω σ’ ένα σάπιο λάχανο. Κι έναν τύπο που χαμογέλασε μπροστά στο ράφι με τις κέτσαπ, όταν βρήκε μια τρίχα απ’ τα μαλλιά της αγαπημένης του στο γιακά του.
Αυτό το χαμόγελο ήταν που την έκανε να με ακολουθήσει ως το σπίτι, κρυμμένη σε μια σακούλα με πατάτες. Γι’ αυτήν, ήταν ένα ταξίδι προς ό,τι κάπως έμοιαζε με όσα της είχαν υποσχεθεί. Για μένα, ήταν ένα γράμμα που έφτασε σε λάθος διεύθυνση.

Κάθισα στον καναπέ για να φάω το ρύζι μου. Κατάπινα κι ευχόμουν το παρελθόν μου να ήταν τόσο παρόν, ώστε να νιώθω το σκελετό μου να μακραίνει. Δε συνέβη. Μέχρι να τελειώσω, τα πόδια μου δεν έφταναν πια στο πάτωμα.

Σηκώθηκα και την είδα. Αλλόκοτη κι ατρόμητη. Βγήκε απ’ τη σακούλα με την προσμονή διαβητικής 13χρονης που ανοίγει το κουτάκι με τα smarties. Γι’ ακόμη μια φορά, δεν είδε παπαρούνες. Είχε βρεθεί ξανά καταμεσής στη μη ομοιότητα των πραγμάτων. Διέσχισε με το γκάζι πατημένο την αψίδα του θριάμβου και δραπέτευσε από μια σκοτεινή τρύπα. Δε με πήρε μαζί της. Ήταν μια ακόμη χαμένη ευκαιρία να πάψει ν’ αλλάζει ο καιρός κι εγώ να μένω τόσο βαρετά ίδιος.

Είναι εύκολο να βρίσκομαι σε ψυχρό πόλεμο με τον εαυτό μου, ακόμη και μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Ακίνητος, μες σ’ ένα χάρτη όπου το μόνο μέρος που υπάρχει γράφει «Εδώ».
Σ’ αυτόν τον τόπο δε σκοτώνω τις κατσαρίδες επειδή τις φοβάμαι, αλλά επειδή με φοβούνται.

Η μαύρη ντάλια

στόλιζε το γραφείο του σταθμάρχη, υπενθυμίζοντάς του πως τίποτε δε φτιάχνεται, αλλά όλα μπορούν να επουλωθούν.
Λάτρευε τα τρένα, απλά και μόνο επειδή πάντα εμφανίζονταν. Ήξερε πως η συντομότερη διαδρομή του μετρό ήταν από το Νέο Κόσμο στον Άγιο Ιωάννη και αναρωτιόταν αν η συντομότερη διαδρομή για να αγαπήσει τον εαυτό του ήταν να αποφασίσει πως είναι όλα αλήθεια, πως καθετί είναι αλήθεια. Ονειρευόταν να είναι μια μέρα αυτός ακριβώς που είναι, ώστε να γίνει ίσως κάποια μέρα αυτός που ήθελε να είναι.

Ήθελε να γίνει ο σταθμάρχης που θα ανακοινώνει στο σταθμό ότι, αν ήταν ζωγράφος, θα έβαφε όλες τις διαφημιστικές πινακίδες λευκές, πριν τις γεμίσει με μαύρες ντάλιες. Πως θα ζωγράφιζε στην κρεβατοκάμαρα κάθε πληγωμένου επιβάτη μια μαύρη ντάλια, ώστε το πρωί να ξυπνήσει μέσα σε μια στοίβα πέταλα.

Καθημερινά, στο δρόμο για τη δουλειά συναντούσε τον τρελό της Τσαλδάρη, τον παγκόσμιο Τάσο, το ζωγράφο που ήταν στην πραγματικότητα προφήτης κι έγνεφε «σσσσ» στους διαβάτες βάζοντας το δάχτυλο στο στόμα, γιατί «και οι τοίχοι έχουν αυτιά, αυτός εκεί φοράει και σκουλαρίκια».
Το τελευταίο πρωί που διασταυρώθηκαν, ο παγκόσμιος Τάσος του ψιθύρισε πως, όσο δεν καίνε οι άνθρωποι τις σημαίες για να ζεστάνουν τα σπίτια τους, ο θεός θα παραμένει μαριονέτα στα δάχτυλα του μίσους.
«Που δε νομίζω να υπάρχει θεός, κύριε Σταθμάρχα, γιατί αν υπήρχε, σσσσσσσ, (θα έπρεπε να προσεύχεται αυτός σ’ εμάς)».

Ο προφήτης της Τσαλδάρη είχε χάρισμα στο να κάνει τους πάντες να νιώθουν άβολα,
γιατί η αλήθεια δεν ξέρει από καλούς τρόπους. Όταν τη λες, αξίζει όσο το ρεύμα που καταναλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο την ίδια στιγμή.
Ζούσε σαν να ‘ταν φτιαγμένος από αυτό το πράγμα που κάνει τον τραυλό να μην τραυλίζει όταν τραγουδάει. Φορούσε τα τραύματά του, όπως η γκιλοτίνα φορά τη βαρύτητα.
Φύτευε μαύρες ντάλιες στις τρύπες των πεζοδρομίων της Τσαλδάρη ο παγκόσμιος Τάσος, ώστε αυτοί που σκοντάφτουν να πέφτουν με τα μούτρα στην αγάπη. Μιλούσε στους περαστικούς και χαμήλωνε τη φωνή του, μέχρι να προσγειωθούν οι λέξεις στο έδαφος. Η επιβίωσή του έμοιαζε λίγο με το θάνατο, εφόσον ισχύει ότι η μοναξιά είναι το τελευταίο μέρος στο οποίο θα υπάρξεις πριν πεθάνεις.

Τη μέρα που πρωτογνώρισε ο Σταθμάρχης τον παγκόσμιο Τάσο, βάδιζε στην Τσαλδάρη σκεπτόμενος κάτι που είχε διαβάσει εκείνο το πρωί και δεν μπορούσε να χωνέψει. «Νέα παιδιά να αυτοχαρακώνονται! Τι ψυχικό πόνο έχουν πια και ξεσπούν την απόγνωσή τους στο ίδιο τους το κορμί! Νέα παιδιά…» Πριν τελειώσει τη σκέψη του, βρέθηκε μετέωρος για λίγο, πριν σκάσει με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο. Γύρισε το κεφάλι ψιλοντροπιασμένος και αντίκρισε έναν τύπο από πάνω του με μια μαύρη ντάλια στο χέρι. «Έλα, την κέρδισες! Και να μην ξανακούσω ποτέ ότι είναι αδιανόητο να κόβονται οι έφηβοι για να σωθούν. Σσσσσσ..
(πώς να αντέξουν να μη ματώνουν, όταν όλα γύρω τους αιμορραγούν;)»

Αυτός ήταν ο παγκόσμιος Τάσος, που του στόλισε από τότε το γραφείο με μια μαύρη Ντάλια και το μυαλό με μια μαύρη αλήθεια. Ο ζωγράφος που αρνιόταν με λύσσα να γίνει το χαλάκι, στο οποίο θα σκουπίζει τα πόδια του το μίσος.
Αυτός ήταν ο προφήτης της Τσαλδάρη, που ζούσε σαν εκείνη την ψηλή νότα που βγαίνει από το στόμα της ηλικιωμένης κυριούλας όταν βλέπει ένα μωρό καβάλα στο καρότσι του σούπερ μάρκετ.

Τσάτνεϊ μελιτζάνας. Του Κρινολίνου.

Ο κατά φαντασίαν μάγειρας.

φRikoCooking

Φίλε, αγαπημένε μου αναγνώστη. Ο σημερινός μουσαφίρης του φRikoCooking είναι ο Κρινολίνος. Ο Κρινολίνος, είναι ένας άνθρωπος που γράφει ένα μπλογκ. Το Crinolino. Εξού και το όνομα. Ένα μπλογκ, που διαβάζω κι αγαπώ όσο κανένα άλλο στον κόσμο όλο. Τρυφερά, ανορθόδοξα, γλαφυρά, απαισιόδοξα, φορτισμένα, συναισθηματικά, αλληγορικά κείμενα, τα οποία γράφονται κάθε όποτε και σε κάνουν να νομίζεις ότι οι λέξεις αποκτούν άλλο, ξεχωριστό νόημα. Οι λέξεις στο Crinolino γιορτάζουν και μας αποκαλύπτονται φορώντας τα καλά τους ρούχα και τα λουστρινένια τους παπούτσια σε χορό. Κάποιες φορές χορό ντροπαλό, κάποιες εκρηκτικό, άλλες πάλι συναισθηματικό όπως ένα απαλό βαλσάκι με 3 βήματα. Ένα-δύο-τρία, ένα-δύο-τρία. Διάβασε το Crinolino και πες μου. Εσύ δεν χορεύεις με τις λέξεις;

Ο Κρινολίνος όμως, είναι και πάρα πολλά άλλα πράγματα τα οποία, μοναδικέ μου αναγνώστη, δεν θα μοιραστώ μαζί σου. Έτσι για αλλαγή. Θα προσθέσω όμως μία κτητική αντωνυμία και νομίζω ότι αυτή θα ομολογήσει όλα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.090 επιπλέον λέξεις

Η Λίζα

έγλειφε το κόκκαλό της και η μέρα έμοιαζε να έχει σταματήσει στην ώρα που οι δείκτες του ρολογιού πιάνονται χέρι χέρι.

Οι άνθρωποι κρατούν τόσο σφιχτά το λουρί της ζωής, γιατί δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ τη μύτη αυτού του άτακτου σκύλου.
Δεν αποφάσισαν να δολοφονήσουν επιτέλους εκείνη την ηλεκτρική σκούπα. Δεν ξέρασαν τα ψυχικά τους σωθικά, όπως ο σκύλος ξεκοιλιάζει χαρούμενος το χνουδωτό του παιχνίδι. Δεν φρόντισαν να ξέρει αυτός που αγαπούν πως αγαπιέται κάθε δευτερόλεπτο. Δεν άφησαν το βουνό να σκαρφαλώσει πάνω τους. Δεν υπενθύμισαν χαμογελαστοί στο παιδί που έκλαιγε επειδή έπεσε, πως η βροχή δεν ντρέπεται όταν πέφτει. Δεν ανακοίνωσαν με επίσημο ύφος στον άρρωστο πως ο πυρετός του ήταν μια ερωτική επιστολή της ζωής, που του ψιθύριζε πως υπάρχουν καλύτερα πράγματα από το να είσαι cool.

Δεν έχουμε καμιά υποχρέωση να σωπάσουμε τον τυφώνα μέσα μας, κι ας μαθαίνουμε πως η ανακωχή είναι μια λέξη φτιαγμένη από μετάξι.
Ευτυχώς, δεν είμαστε αυτό που πάντα ήλπιζε να γίνει η εξέλιξη.
Μας ξεγέλασαν απλά οι αντίχειρες.

Οι παπαγάλοι

συζητούσαν για το φως που πάει κι έρχεται και ταΐζει και τρέφεται απ’ τον ίδιο του τον ακρωτηριασμό ενώ μοιράζει υποσχέσεις σαν άδεια ντουλάπα,

για το γέρο που, εκνευρισμένος από την ουρά στο pet shop άρχισε να φωνάζει «κάντε στην άκρη, είμαι το πτώμα!» ενώ προσπερνούσε αποχαυνωμένους πελάτες,

για τη φοιτήτρια που ήταν σίγουρη πως κάθε φορά που διάβαζε κάτι το σκότωνε,

για τα άψυχα σώματα που κυμάτιζαν στην τηλεοπτική θάλασσα υπνωτίζοντας την ντροπή των θεατών τους,

για το μεσήλικα με την τεράστια συλλογή από κουμπιά πανικού δίπλα στο κρεβάτι του,

για τον πατέρα που δεν κατάφερε να αναιρέσει ούτε ένα από τα δίπολα της ζωής του,

για τους φίλους που ήταν αρκετά έξυπνοι για να μελαγχολούν αλλά όχι αρκετά έξυπνοι για να είναι χαρούμενοι,

για τους δυο συντρόφους που ήθελαν να είναι μαζί και μέχρι να συναντηθούν, η απόσταση που τους χώριζε έμοιαζε με το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα σε δυο αγαπημένα σου τραγούδια στον ίδιο δίσκο.

Οι παπαγάλοι ακουμπούσαν τα ράμφη τους κι άφηνε ο ένας στο στόμα του άλλου δυο στίχους από τα ημιτελή τους ποιήματα. Απαγγέλλονται υπαινικτικά κάθε φορά που εκπνέουν, πριν τραγουδήσουν συνοδεία αιωρουμένων πούπουλων.