Το απόσταγμα

Σε μια προσπάθεια απλούστευσης της γλώσσας, ο οινοποιός τη στρίμωξε ολόκληρη μέσα στον ψηφιακό άμβυκα και την απέσταξε. Στο τέλος έμειναν μόνο δύο επίθετα, «καλό» και «κακό». Υποψιάστηκε ότι, πλέον, ένα του ήταν αρκετό. Το εμφιάλωσε και περίμενε δύο χρόνια. Όταν ήρθε η ώρα, έβγαλε το φελλό και το άφησε ένα λεπτό να αναπνεύσει. Το άφησε άλλα δύο, ώστε να μπορέσει να μιλήσει. Το ήπιε μονορούφι μόλις το κακό άρχισε να ουρλιάζει «άσε με να γίνω ο ποιητής της ζωής μου!»

Το ξέφωτο

Υπάρχουν μόνο δυο βιβλία:
Η Προέλευση Του Κόσμου και Ο Θάνατος Όλων των Πραγμάτων.
Το πρώτο διαβάζεται αδιάλειπτα. Το δεύτερο δεν έχει ανοιχτεί ακόμη.
Στην πρώτη σελίδα του πρώτου βιβλίου βρίσκεται, η τελευταία σελίδα του δεύτερου.
Γράφει:
«Τι θα βρεις κάτω απ’ τα πεσμένα φύλλα του Φθινοπώρου;
Έναν ρυτιδιασμένο καθρέφτη.
Το σπασμένο κλειδί της Άνοιξης.
Ένα ξύλινο κουτί που έχει μέσα του έναν ψίθυρο.
Μην εμπιστευτείς τον καθρέφτη,
αν έχεις μετακομίσει 3-4 φορές στη ζωή σου
αλλά αυτός πάντα δείχνει το ίδιο δωμάτιο πίσω σου.
Μην σε αποθαρρύνει το σπασμένο κλειδί,
χρησιμοποίησέ το για να ανοίξεις το κουτί.
Φέρε κοντά το αυτί σου κι άκουσε τον ψίθυρο να ομολογεί:
oι ταξιδιώτες του χρόνου
συναντιούνται πάντα στις 29 Φεβρουαρίου.
Η μέρα βρίσκεται πάντα εκεί, αλλά ο κόσμος
είναι άδειος τρία στα τέσσερα χρόνια. Τέλεια μέρα για πικνίκ στο ξέφωτο».

Η Μαύρη Απόδραση

Όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν, δεν μας ένοιαξε.
Κλείσαμε τις ειδήσεις και κοιτάξαμε τον ουρανό, διαβάσαμε τα παλιά βιβλία που είχαμε σε κούτες και ξαναμάθαμε για τους κύκλους του κόσμου.
Κι όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν, το είπαμε σ’ αυτούς που εμπιστευόμασταν. Αντέξαμε τα χτυπήματα των ξύλων τους στις πλάτες μας και μοιραστήκαμε ματιές στο δρόμο, συνεχίσαμε να κάνουμε σχέδια και μάθαμε τη σημασία της ειλικρίνειας μεταξύ κατεργάρηδων.
Κι όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν, δραπετεύσαμε και ταξιδέψαμε μακριά απ’ όλα αυτά, συμβουλευτήκαμε χάρτες, κάναμε κοντραμπάντο κι αποφασίσαμε πού ήταν ασφαλές το μέρος για να κοιμηθούμε.
Κι όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν, βρεθήκαμε με την πλάτη στον τοίχο.

Εν τη απουσία οποιασδήποτε επιλογής προς δραπέτευση, στρέψαμε δυο καθρέπτες αντικριστά και ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε τον ‘Απειρο Διάδρομο. Στο 6ο χιλιόμετρο της διαδρομής συναντήσαμε τον Λεχρίτη, φύλακα του Άπειρου Διαδρόμου και γνωστό στους κύκλους της Διανοητικής Αποταμίευσης για την πνευματική κόπωση που προκαλούσε στους διερχόμενους, με σκοπό την αποθάρρυνση τους από τη συνέχιση του ταξιδιού. Ψηλός, περίπου 4 μέτρα, με μαύρα σγουρά μαλλιά και μούσια και μια άσπρη κορδέλα στο κεφάλι, θύμιζε τον βραζιλιάνο μεσοεπιθετικό της Κορίνθιανς, Σώκρατες. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στους κύκλους της Αναπτυξιακής Διανόησης  ο Λεχρίτης ήταν γνωστός ως ο Σώκρατες των ανύπαρκτων.
«Καλημέρα Φιλόσοφε Λεχρίτη», είπαμε εν χορώ. Μας βομβάρδισε άμεσα με μια θέση:
«Πολλές φορές, άνθρωποι τους οποίους στο παρελθόν θεωρούσα φίλους αναφέρθηκαν σε μένα χρησιμοποιώντας τον τίτλο – αν έχετε το θεό σας – «φιλόσοφος». Μπορώ να μεταφράσω αυτή την ιδιότητα ως τη χείριστη των προσβολών. Το να είναι κανείς φιλόσοφος σημαίνει πως τίποτε άξιο δε δημιουργεί. Πως πορεύεται στη ζωή κρώζοντας ανοησίες ξεδιάντροπα, σε μια ελεεινή προσπάθεια επίδειξης ευφυίας. Η φιλοσοφία είναι μια ενδελεχής σπατάλη χρόνου, μια προσπάθεια να στραγγίξεις το νόημα της πραγματικότητας όπως θα στράγγιζες αίμα από μια πέτρα. Κι όταν ούτε μια σταγόνα αίματος δεν στάζει, ο φιλόσοφος επιμένει πως και σ’ αυτό ακόμη υπάρχει νόημα. Το να είσαι αποτυχημένος φιλόσοφος συμβαδίζει με το να πεθάνεις φτωχός, ενώ το να είσαι επιτυχημένος φιλόσοφος συμβαδίζει με το να πεθάνεις από ντροπή. Γι αυτό λοιπόν μη γίνετε ποτέ σας φιλόσοφοι, κι ελπίζω, όσο πλανημένοι κι αν είστε, να μη με σκέφτεστε κι εμένα πια έτσι. Επιτρέψτε μου την απλή απόλαυση της σπατάλης της ζωής μου στην αφάνεια, επιτρέψτε μου να μιλώ όπως επιθυμώ και να μην προκαλώ σε κανέναν, παρά μόνο στον εαυτό μου, πόνο για την επιλογή μου αυτή.»
Ετοιμαστήκαμε κουρασμένοι να περάσουμε μέσα από τα πόδια του, αλλά τα έκλεισε με μια αστραπιαία κίνηση και μας μάλωσε.
«Πού νομίζετε ότι πηγαίνετε ανθρωπάκια μου; Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι από εκεί που κανείς δεν πέρασε ποτέ χωρίς να απαντήσει στην ερώτηση της Ζητιάνας Φάλαινας, εσείς θα κάνετε τουριστικό περίπατο;». Σήκωσε το άσπρο πόντσο του και είδαμε μέσα στη διάφανη κοιλιά του την Ζητιάνα Φάλαινα να ξεφυσά. Από τον αφαλό του Λεχρίτη ακούστηκε ένα μουρμουρητό που έμοιαζε με εβραϊκό τραγούδι: «Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη;».
«Εύκολο», απάντησες και σ’ αγάπησα. «Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη ήταν η σκάλα που οδηγούσε στο φεγγάρι. Αργότερα, η ανθρωπότητα αποφάσισε να την γκρεμίσει, την μοίρασε στα έθνη και την κάναμε σιδηρόδρομους».

Περάσαμε μέσα από τα πόδια του και βρεθήκαμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε. Στήσαμε αυτί για να ακούσουμε αχνούς ήχους του τι συνέβαινε στον κόσμο και φτιάξαμε ό,τι ήταν χαλασμένο, δημιουργήσαμε καινούρια πράγματα και μάθαμε πώς να είμαστε υπομονετικοί.
Κι όταν τα πράγματα καλυτέρεψαν, εξερευνήσαμε την καινούρια γη και βρήκαμε κι άλλα εγκαταλειμμένα μέρη, φτιάξαμε νέους χάρτες, ανακαλύψαμε νεκρούς τιτάνες και μάθαμε να διεκδικούμε τα χαλάσματα όσων κάποτε ήταν δικά μας.
Κι όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν, δε φοβηθήκαμε.
Είχαμε μάθει πώς να μένουμε ζωντανοί.

είμαστε άνθη πιεσμένα

ανάμεσα σε σελίδες θεόβαρων βιβλίων

πολύ κοντά στην ιστορία

για να ξέρουμε πως είναι μόνο μια ιστορία

είν’ αυτή η στιγμή  που μοιάζει

η επιβίωση σαν μία μορφή θανάτου

giphy (7)

Το τρόλεϊ

των 8 και 40 είναι ένα τσίρκο πάνω σε ρόδες. Αλκοολικοί σκύλοι το ξεπροβοδίζουν, όσοι από καιρό έχουν χάσει τη μελωδία στο γάβγισμα. Μόνιμος και ύποπτος θαμώνας του ο Ζορζ ο απάτσι, πηγαινοφέρνει στην Ευριππίδου μια παπαδίτσα μες στο κλουβί. Άνθρωποι ανάστατοι ανεβοκατεβαίνουν κάθε λίγο, από αυτούς που, στο ρυθμό των κληρώσεων του κίνο, χάνουν κάθε πέντε λεπτά το χαμόγελό τους. Κάποια ερωμένη λουσμένη στα φίλτρα το εποικίζει ενίοτε, ένας καθ’ έξιν αρεστής και επίδοξος εραστής το οικτίρει καθημερινά. Αρκετοί είχαν συνειδητοποιήσει από καιρό αυτό που ερχόταν, αλλά ο κόσμος δεν παύει ποτέ να είναι όμορφος καθώς τελειώνει.

Το κορίτσι

είδε το τεράστιο, γκρίζο κύμα που ετοιμαζόταν να σαρώσει την πόλη και φώναξε «τα λουλούδια, να σώσουμε τα λουλούδια». Δε σκέφτηκε ούτε στιγμή ότι δε θα σώζαμε τους ανθρώπους.

Φυλακή ο πολιτισμός, ζούμε όλοι στην ίδια πόλη. Είναι η πόλη που κάθε πρωί λαμβάνει πρώτη το σήμα κινδύνου του Τιτανικού και κάθε βράδυ κοιμάται ήσυχη επειδή δε χρειάστηκε να κάνει τίποτε γι’ αυτό.
Η μόνη που είχε ένα κλειδί στην τσέπη ήταν η μκρούλα που, μπροστά σ’ ένα στείρο τεστ πολλαπλών επιλογών, έπιασε αποφασιστικά το μολύβι της και απάντησε με τη δική της εκδοχή ενός έναστρου ουρανού. Ήταν ο τρόπος της να καλλιεργήσει το μέλλον, όπως ήταν το μέταλλο του μελωδού που της θύμιζε πόσο απαλά φυσούσε ο άνεμος.

Τη νύχτα που ο γιατρός πλησίασε τον πατέρα της, με κείνα τα μάτια που πληρώνονται για να νοιάζονται, έγιναν όλα ξεκάθαρα. Θυμάται ακόμη τα τεκτονικά ρήγματα στις γωνίες των ματιών του, τον απρόθυμο τρόπο που έβγαλε το χέρι από την τσέπη του για να το δώσει στον πατέρα της, το βλέμμα στο πρόσωπό του κάτω από τον πρησμένο ήλιο.
Ακόμη και η σκιά του έμοιαζε ένοχη.

«Γιατρέ», είπε ο πατέρας, «η τρέλα μας δεν είναι ότι βλέπουμε ανθρώπους που δεν υπάρχουν. Η τρέλα μας είναι ότι αγνοούμε τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας.
Μέχρι βέβαια τη στιγμή που μπαίνουμε στα επείγοντα στις 3 το πρωί σημαδεμένοι, ντροπιασμένοι και πλημμυρισμένοι από έναν πόνο που δεν μπορούμε να ονομάσουμε ή να εξηγήσουμε, επειδή αιμορραγούμε από έξω προς τα μέσα».

Χρόνια αργότερα το κορίτσι συνάντησε το γιατρό στο σούπερ μάρκετ, με φόντο κάτι ωραίες, χωμάτινες πατάτες. Ψηλός, βέβαιος για όλα ο γιατρός άπλωσε το χέρι και τη ρώτησε «τι κάνεις, που βρίσκεσαι τώρα;».
Eκείνη έβγαλε κοφτά το χέρι από την τσέπη, έδειξε το στέρνο της και είπε «εδώ, εδώ βρίσκομαι κι ακούω ένα φτυάρι να σκάβει την καρδιά μου κάθε νύχτα για να ξεθάψει το όνομα της επόμενης μέρας μου».

Μετά γέλασε και το γέλιο της ακούστηκε σαν γυαλί που σπάει και κάνει τους ανθρώπους να μεταμορφώνονται σε ξυπόλητους διαβάτες που περνούν και μικρά, μυστικά θραύσματα βυθίζονται από τα πέλματα ως την ψυχή τους.

«Εγώ μετακόμισα βόρεια, βουνό, καθαρός αέρας, τέλεια» της απάντησε σαν να μην είχε ακούσει τίποτε.

«Υπέροχα τα δάση γιατρέ, αλλά τίποτε δεν είναι πιο ζωντανό από ένα δέντρο που μεγαλώνει μέσα σ’ ένα νεκροταφείο».

Η κατσαρίδα

είδε στο κενό ανάμεσα στα πόδια μου την τελευταία της ευκαιρία. Με το θάρρος του χαρταετού που υψώνεται στον γκρίζο ουρανό, διέσχισε τη δική της αψίδα του θριάμβου. Τελευταία έξοδος: Παρίσι.

Δεν γνώρισε τον κόσμο που της είχαν υποσχεθεί. Έψαξε απεγνωσμένα για εκείνες τις παπαρούνες που, υπό το κατάλληλο φως, κάνουν τους ανθρώπους να κολυμπούν ύπτιο στο ίδιο τους το αίμα. Βρήκε μόνο νάρκες που, υπό τις αχτίδες του ήλιου, μοιάζουν με παιχνίδια στα μάτια των παιδιών.

Είχε μια-δυο καλές αναμνήσεις. Ένα φλογερό ερωτικό γράμμα που διάβασε σε μια χωματερή, ξαπλωμένη πάνω σ’ ένα σάπιο λάχανο. Κι έναν τύπο που χαμογέλασε μπροστά στο ράφι με τις κέτσαπ, όταν βρήκε μια τρίχα απ’ τα μαλλιά της αγαπημένης του στο γιακά του.
Αυτό το χαμόγελο ήταν που την έκανε να με ακολουθήσει ως το σπίτι, κρυμμένη σε μια σακούλα με πατάτες. Γι’ αυτήν, ήταν ένα ταξίδι προς ό,τι κάπως έμοιαζε με όσα της είχαν υποσχεθεί. Για μένα, ήταν ένα γράμμα που έφτασε σε λάθος διεύθυνση.

Κάθισα στον καναπέ για να φάω το ρύζι μου. Κατάπινα κι ευχόμουν το παρελθόν μου να ήταν τόσο παρόν, ώστε να νιώθω το σκελετό μου να μακραίνει. Δε συνέβη. Μέχρι να τελειώσω, τα πόδια μου δεν έφταναν πια στο πάτωμα.

Σηκώθηκα και την είδα. Αλλόκοτη κι ατρόμητη. Βγήκε απ’ τη σακούλα με την προσμονή διαβητικής 13χρονης που ανοίγει το κουτάκι με τα smarties. Γι’ ακόμη μια φορά, δεν είδε παπαρούνες. Είχε βρεθεί ξανά καταμεσής στη μη ομοιότητα των πραγμάτων. Διέσχισε με το γκάζι πατημένο την αψίδα του θριάμβου και δραπέτευσε από μια σκοτεινή τρύπα. Δε με πήρε μαζί της. Ήταν μια ακόμη χαμένη ευκαιρία να πάψει ν’ αλλάζει ο καιρός κι εγώ να μένω τόσο βαρετά ίδιος.

Είναι εύκολο να βρίσκομαι σε ψυχρό πόλεμο με τον εαυτό μου, ακόμη και μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Ακίνητος, μες σ’ ένα χάρτη όπου το μόνο μέρος που υπάρχει γράφει «Εδώ».
Σ’ αυτόν τον τόπο δε σκοτώνω τις κατσαρίδες επειδή τις φοβάμαι, αλλά επειδή με φοβούνται.